Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ο θάνατος επισκέπτεται την γειτονιά μας - Το ναυάγιο του Ηράκλειο



Στην γειτονιά δεν είχαμε πάντα γιορτές. 
Υπήρχε και μία περίοδος μεγάλης θλίψης. 
Η καλύτερη παρέα μου ήταν δύο δίδυμα αγόρια που δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε τα ονόματα τους πια. 
Θυμάμαι όμως το γεγονός που σημάδεψε και άλλαξε την ζωή τους.
Είχε έρθει ο αδελφός του πατέρα τους από τα καράβια που ταξίδευε.
 Είχε μαζέψει κάποια χρήματα και αποφάσισε να κάνει δώρο μερικές μέρες ξεκούρασης και διασκέδασης στην χήρα μητέρα του και τον αδελφό του. 
Νοίκιασε λοιπόν ένα αυτοκίνητο και τους πήρε να γυρίσουν την Ελλάδα. 
Μαζί τους πήγε και η μητέρα των παιδιών. 
Τα παιδιά έμειναν με την γεροντοκόρη θεία τους, αδελφή της μητέρας τους, που είχε έρθει από το χωριό της γι’ αυτό τον λόγο.
Το ταξίδι αυτό όμως έμελε να είναι χωρίς γυρισμό. 


Σε μια αφύλακτη διάβαση έξω από το Άργος, συγκρούστηκαν με το διερχόμενο τρένο και βρήκαν όλοι ακαριαίο θάνατο. 
Πάντα μέχρι να γίνει ο νέος δρόμος για την Σπάρτη, όταν πέρναγα από αυτή την διάβαση, έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας μου την στιγμή της σύγκρουσης.
Ήταν μεγάλο σοκ για την γειτονιά, ο κόσμος είχε παγώσει, ο θάνατος είχε ρίξει την βαριά σκιά του. Τέσσερεις κηδείες μαζεμένες. 
Κανείς δεν ήξερε πώς να παρηγορήσει τα παιδιά και πώς να τα βοηθήσει. 
Στην κηδεία που έγινε στο νεκροταφείο της Ανάστασης ο θρήνος δεν περιγράφεται. 
Υπάρχουν άραγε λέξεις για τον πόνο αυτών των παιδιών. 
Σε ξεκούφαιναν οι βουβές κραυγές τους, το μεγάλο τους ΓΙΑΤΙ? 
Έφτανε μόνο να έβλεπες την απορία και τον φόβο για το αύριο στα ματάκια τους.
 Ήταν δεν ήταν τότε 9-10 χρονών.  
Λίγες μέρες αργότερα, η θεία τους πήρε τα παιδιά και γύρισε στο χωριό της.
Δεν τους ξαναείδα και δεν ξανάκουσα ποτέ τίποτε για τους φίλους μου.

Η μάνα μου όμως δεν ξεχνούσε τους γείτονες που χάσαμε και πολλές φορές με έπαιρνε και πηγαίναμε στο νεκροταφείο της Ανάστασης για να ανάψουμε τα καντηλάκια τους.
Σε μία από αυτές τις επισκέψεις μας στο Νεκροταφείο, έγινα μάρτυρας μιας άλλης συγκλονιστικής τραγωδίας, του ναυαγίου του επιβατηγού πλοίου «Ηράκλειο».
Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο του νεκροταφείου βρισκόσουν σε ένα μακρύ και φαρδύ διάδρομο. 
Εκείνη την ημέρα λοιπόν, σε αυτό το διάδρομο αριστερά και δεξιά υπήρχαν τα πτώματα του ναυαγίου σκεπασμένα με άσπρα σεντόνια.
 Άνθρωποι έτρεχαν εδώ και εκεί, σήκωναν τα σεντόνια.
 Άλλοι αναστέναζαν με ανακούφιση, άλλοι έδειχναν χαμένοι και άλλοι έκλαιγαν και οδύρονταν.
Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, δεν είχα ακούσει τίποτε για το ναυάγιο.
Αργότερα η μητέρα μου που δεν γνώριζε ότι είχαν μεταφερθεί στην Ανάσταση τα νεκρά σώματα των ανθρώπων που πνίγηκαν στην Φαλκονέρα, προσπάθησε να μου εξηγήσει. 
Δεν ξέρω αν τα κατάφερε. 
Εγώ όμως δεν ξέχασα ποτέ την εικόνα των άσπρων σεντονιών κατά μήκος του διαδρόμου του νεκροταφείου. 
Ποτέ δεν σταμάτησαν να ακούγονται στα αυτιά μου οι σπαρακτικές κραυγές των οικείων τους.
Ξαναπήγα σε νεκροταφείο, πολλά-πολλά χρόνια αργότερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου