Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Επαγγέλματα που χαθήκαν με το πέρασμα του χρόνου.



Θυμάμαι την γειτόνισσα την Λίτσα - γέννημα θρέμμα Πειραιώτισσα, πολύ μαγκιόρα γυναίκα - που μαντάριζε κάλτσες στο σπίτι της όπου γινόταν το αδιαχώρητο, όχι μόνο γιατί όλες ήθελαν να μαντάρουν τις κάλτσες τους, αφού οι μισθοί της εποχής ήταν λιγοστοί και ίσα που έφταναν για να τα φέρει βόλτα η κάθε οικογένεια, αλλά και γιατί ήταν κάτι σαν γυναικείο καφενείο της γειτονιάς, ιδιαίτερα τον χειμώνα.
«Πρακτορείο ειδήσεων» το έλεγε η μάνα μου.
Το κουτσομπολιό έδινε και έπαιρνε εκεί.
 Όμως της εποχής εκείνης το κουτσομπολιό δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό, γιατί δεν ήταν κακόβουλο.
Απλά περνούσαν εκεί κάποιες γειτόνισσες τον ελεύθερο χρόνο τους και τι θα έκαναν εκεί αν δεν κουτσομπόλευαν;  Δεν ήταν μουγκές. Είχαν στόμα και γλώσσα. Κάτι έπρεπε να λένε.
 Η «κοινωνική κριτική» λοιπόν όπως αποκαλούσαν το κουτσομπολιό ήταν σε ημερησία διάταξη. Πως θα περνούσε η ώρα τους;
Εντάξει αντάλλασαν και ιδέες για μαγειρική, κεντήματα, πλεξίματα κλπ, Άσε που εκεί πλέκανε και τα συμπεθεριά της γειτονιάς. Κάπως έτσι παντρέψανε και την Αθανασία.


Θυμάμαι τον γαλατά.
Δεν μου πολυάρεσε το γάλα –ούτε και τώρα μου αρέσει - ιδιαίτερα αν δεν υπήρχε στο σπίτι κακάο.
Με το κακάο κάτι γινόταν, κάπως μπορούσες να το πιείς.
Παρακαλούσα λοιπόν κάθε βράδυ που έπεφτα στο κρεβάτι μου να αρρωστήσει ο γαλατάς και να μην μας φέρει γάλα.
Δεν μου άρεσε καθόλου που κάθε βράδυ άφηνε η μητέρα μου στην εξώπορτα μας το γυάλινο μπουκάλι της ΕΒΓΑ, γιατί το ξημέρωμα θα περνούσε ο γαλατάς, θα το έπαιρνε και θα μας άφηνε ένα γεμάτο.
Και εγώ θα έπρεπε να πιώ το γάλα μου πριν φύγω για το σχολείο.
Τι κακό και αυτό. Μας άκουγε όλη η γειτονιά.
 Η οικονομική συναλλαγή γινόταν με το μπλοκάκι. Ο γαλατάς έγραφε πόσο γάλα σου έφερνε και μία φορά την εβδομάδα, ερχόταν πιο αργά το πρωί και πληρωνόταν το γάλα της εβδομάδας.


Θυμάμαι τον παγοπώλη.
Είχαμε ένα ψυγείο με πάγο.
Κάθε που περνούσε και διαλαλούσε την πραμάτεια του έβγαιναν οι νοικοκυρές με κάποιο μεγάλο πανί, λινάτσα ήταν νομίζω, έπαιρναν τον πάγο που ήθελαν αγκαλιά και τον έβαζαν στο πάνω μέρος του ψυγείου τους που ήταν ο σχετικός χώρος.
Ο παγοπώλης είχε ένα μεγάλο μεταλλικό εργαλείο για να πιάνει τον πάγο, κάτι σαν μεγάλη διπλή λαβίδα. Μας φοβέριζε με αυτό εμάς τα πιτσιρίκια που τρέχαμε γύρω του.
Είχε πάντα μαζί του και τον γυιό του όχι μόνο να τον βοηθάει και να μαζεύει και τα χρήματα, αλλά και για να εξυπηρετεί κάποιους ηλικιωμένους και να τους τοποθετεί αυτός τον πάγο στα ψυγεία τους. 




Θυμάμαι τον άντρα της Αθανασίας που μας έφερνε την μπουκάλα της Πετρογκάζ με το τρίκυκλο. Σκηνές που βλέπουμε πλέον μόνο στις παλιές ελληνικές ταινίες. Νομίζω ότι αυτή την δουλειά έκανε και ο Παράβας στην ταινία «ο μάγκας με το τρίκυκλο».
Θυμάμαι τον παλιατζή που γύριζε με τον αραμπά και μάζευε όλα τα παλιοπράγματα.
Θυμάμαι τον γύφτο με την αρκούδα, αυτός χτυπούσε το τύμπανο και ανάγκαζε την αρκούδα να χορεύει.
Θυμάμαι τον λατερνατζή, που γύριζε με την λατέρνα και διασκέδαζε τον κόσμο στις γιορτές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου